ΟΜΑΔΑ ΖΗΤΑ βετεράνοι ➤
8 Φεβρουαρίου 1981. Ημέρα Κυριακή και παρά το κρύο του χειμώνα στον Πειραιά είχε καλοκαιρινή λιακάδα. Από νωρίς με την παρέα έχουμε προμηθευτεί εισιτήρια για το ντέρμπι Ολυμπιακού-ΑΕΚ και περιμένουμε με αγωνία , όπως όλα τα 18χρονα και 19χρονα, να έρθει η ώρα που θα κατηφορίσουμε για το γήπεδο.
Πάντα μαζί το γήπεδο, ο Λουκάς, ο Αγης, ο Ηλίας, ο Βαγγέλης κι εγώ. Ραντεβού έξω από τον Ηλεκτρικό στον Πειραιά και με το τρένο κατευθείαν στο Φάληρο, Αυτή την φορά, η παρέα θα έσπαγε στα δύο αφού ο Βαγγέλης είχε εισιτήριο για την θύρα 10, ενώ οι υπόλοιποι στη θύρα 7. Φθάσαμε στο «Καραϊσκάκη» στις 12.30 καθώς το ματς ξεκινούσε στις 15.15 το μεσημέρι. Βλέπετε τότε βραδινά ήταν μόνο τα ευρωπαϊκά παιχνίδια. Δώσαμε ραντεβού μετά το παιχνίδι έξω από την θύρα 10, για να πάμε όλοι μαζί μετά, έξω από την θύρα 1 από όπου θα έβγαιναν οι παίκτες για να πάρουν τα αυτοκίνητα τους και να φύγουν.
Ηταν θυμάμαι η 20η αγωνιστική του πρωταθλήματος και ο Ολυμπιακός οδηγούσε την κούρσα έχοντας πίσω του σε απόσταση 2 βαθμών την ΑΕΚ, που ερχόταν στο Φάληρο να παίξει τα ρέστα της για τον τίτλο. Τρεις ώρες μέσα στο λιοπύρι (η παλιά θύρα 7 είχε κόντρα της τον ήλιο), αλλά δεν μας ένοιαζε καν, αφού θεωρούσαμε τους εαυτούς μας πολύ τυχερούς, επειδή καταφέραμε και βρήκαμε εισιτήρια και είμασταν μεταξύ των 35.500 φιλάθλων που είχαν μπει στο στάδιο. Οσοι δεν μπόρεσαν να βρουν εισιτήριο στη «μαύρη αγορά» στην Ομόνοια, θα… ξέμεναν στα ραδιόφωνα τους
Όταν με τα πολλά το ματς τελείωσε μέσα σε ένα απίστευτο ντελίριο ενθουσιασμού (δεν υπάρχουν και πολλές νίκες μεταξύ μεγάλων ομάδων και με τέτοιο διαστημικό σκορ 6-0), ξεκίνησε η αντίστροφη μέτρηση για το μεγάλο κακό που ερχόταν…
Ο κόσμος που βρισκόταν στα λεγόμενα «κοινά», στη θύρα των φανατικών, στη θύρα 7 δηλαδή, ασυγκράτητος από χαρά, έσπευσε να βγει γρήγορα εκτός γηπέδου να πανηγυρίσει αλλά και να τρέξει στην άλλη πλευρά του γηπέδου, να περιμένει έξω από την Θύρα 1 τους θριαμβευτές παίκτες για να τους αποθεώσει. Όμως εδώ ξεκινάει η μεγαλύτερη τραγωδία που έχει συμβεί σε ελληνικό γήπεδο και έχει καταγραφεί ως μια από τις μεγαλύτερες σε γήπεδα παγκοσμίως…
Κάποιος ή κάποιοι οπαδοί από εκείνους που ξεκίνησαν πρώτοι να βγουν έξω, γλίστρησε στα σκαλοπάτια, παρασύροντας και άλλους που ήταν ήδη γύρω του. Οι υπεύθυνοι του σταδίου, δεν είχαν ανοίξει τις πόρτεςκαι (σύμφωνα με τις μαρτυρίες εκατοντάδων ανθρώπων) η μεγάλη σιδερένια πόρτα της Θύρας 7 ήταν κλειστή και τα τουρνικέ των εισιτηρίων στις θέσεις τους. Οσοι φίλαθλοι έρχονταν από πίσω δεν μπορούσαν να δουν μπροστά. Θυμάμαι ότι πάντα κατά την έξοδο από την «καταραμένη» θύρα σχεδόν κατέβαινες «καροτσάκι» στις πλάτες του μπροστινού σου, αφού σε έσπρωχναν αναγκαστικά άθελα τους οι πίσω σου. Ένα ανθρώπινο ποτάμι που δεν είχε από πού να κρατηθεί, αφού μόνο στον τοίχο υπήρχε κάγκελο για να πιαστείς. Προσθέστε σε αυτό, ότι ο διάδρομος κάτω από την εξέδρα ήταν κυκλικός και δεν είχες ορατότητα να δεις τι συμβαίνει πιο μπροστά. Και εκεί πάνω στη στροφή ξεκινούσαν τα μοιραία σκαλοπάτια.
Η παρέα μου κι εγώ, σταθήκαμε πολύ τυχεροί, γιατί βρεθήκαμε στον τοίχο, εκεί που υπήρχε το κάγκελο. Με τόση πίεση κι ενώ είχαμε πατήσει ήδη στο πρώτο σκαλοπάτι, το πράγμα δεν πήγαινε άλλο. Φώναζαν οι μπροστινοί «παιδιά μη σπρώχνετε δεν πάει άλλο» όμως μέσα σε κλειστό χώρο, με χιλιάδες κόσμο και φωνές, το μόνο που ακουγόταν στον αέρα ήταν η ιαχή «Ολυμπιακός, Ολυμπιακός». Με τα πολλά καταφέραμε τοίχο-τοίχο να γυρίσουμε πίσω και να ξαναβγούμε στην εξέδρα, με σκοπό να βγούμε από την διπλανή θύρα 8. Όπως κι έγινε. Με το που βγαίνουμε έξω, ακούμε έναν κύριο γύρω στα 50 τότε, αλλόφρονα να ουρλιάζει σε καμμιά 30αριά αστυνομικούς που ήταν συγκεντρωμένοι έξω από την θύρα 10: «Τι κάθεστε και κάνετε εδώ, ρε; Ο κόσμος στην «7» σκοτώνεται και σεις χαζεύετε;»!
Τρελαθήκαμε! Γυρνάμε να δούμε τι συμβαίνει και παγώσαμε! Ξέρετε από εκείνα τα δευτερόλεπτα που σου φαίνονται αιώνες. Το σκηνικό τρόμου, που θα μου μείνει αξέχαστο, σαν ένας πίνακας ζωγραφικής σε μουντό φόντο…
Ανθρωποι τσακισμένοι, πεσμένοι ο ένας πάνω στον άλλον, να προσπαθούν να βγουν έξω από την θύρα 7, εκατοντάδες στο έδαφος, χτυπημένοι και μελανιασμένοι από την ασφυξία λίγο νωρίτερα στα κάγκελα, κάποιοι να προσπαθούν ακόμη, να ανοίξουν στο τέρμα της τη μεγάλη σιδερένια πόρτα. Κόσμος που δεν είχε πάθει τίποτα, να προσπαθεί να απεγκλωβίσει τους υπόλοιπους. Φωνές για βοήθεια, πανικός ή καλύτερα στιγμές χάους! Όλα σε μπλε σκούρο φόντο και σε κόκκινο. Τόσο που νόμιζες ή ήθελες να πιστέψεις εκείνη την αποφράδα ώρα, ότι είναι από τα κασκόλ και τα χρώματα του Ολυμπιακού και όχι από ανθρώπινο αίμα.
Περιπολικά και ασθενοφόρα να βάζουν μέσα 3-4 άτομα μαζεμένα και να φεύγουν με τέρμα το γκάζι για το Τζάνειο νοσοκομείο και το Κρατικό της Νίκαιας. Θρήνος, απογοήτευση και ένα «γιατί» ή «τι συνέβη» στο στόμα όλων όσοι εκείνες τις στιγμές ήταν όρθιοι και περιφέρονταν σαν ζόμπι, αναζητώντας συγγενείς και φίλους ή να προσπαθούν να βοηθήσουν τραυματίες και σοκαρισμένους ανθρώπους που ούρλιαζαν από πόνο. Και να προσπαθείς παράλληλα, να πείσεις τον εαυτό σου, ότι τίποτα τραγικό δεν συνέβη, ότι όλοι είναι σχετικά καλά και απλώς κάποιοι χτύπησαν λίγο πιο σοβαρά κι αυτό είναι όλο. Θα περάσει. Θα τους παρασχεθούν οι πρώτες βοήθειες και θα φύγουν για τα σπίτια τους.
Μετά από περίπου 2 ώρες ξεκινήσαμε με την παρέα, σοκαρισμένοι, για τα σπίτια μας. Εγώ έμενα τότε στην γέφυρα της λεωφόρου Βασ. Σοφίας (η σημερινή Γρ. Λαμπράκη) και πήγα σπίτι με τα πόδια. Μόλις 1-2 χιλιόμετρα από το γήπεδο. Φθάνοντας σπίτι βλέπω όλη την πολυκατοικία στο πεζοδρόμιο.
«Ελα τι έγινε; Μας είπαν ότι έπιασε φωτιά το γήπεδο, άλλοι ότι έγιναν επεισόδια, άλλοι δεν είχαν ιδέα τι μπορεί να είχε συμβεί, αφού όλα το παιχνίδι κύλησαν ομαλά». Σάστισμα, εκατό ερωτήσεις μαζεμένες. Επί δύο ώρες έβλεπαν τα ασθενοφόρα να περνούν μπροστά τους, πηγαίνοντας για το Τζάνειο, αλλά δεν ήξεραν γιατί. Η μητέρα μου με βλέπει, προλαβαίνει να με ρωτήσει «είσαι καλά;» και λιποθυμάει. Ηταν απίστευτο αυτό που είχε συμβεί, που ώρες μετά την τραγωδία, πολύς κόσμος που ήταν στο γήπεδο, δεν είχε πάρει είδηση το κακό που είχε συμβεί. Μέχρι να συνέλθει η μάνα μου, να ο πατέρας μου, που στο μεταξύ είχε πάει με έναν άλλον γονιό (έψαχνε κι εκείνος τον γιό του) να μας βρουν στο «Καραϊσκάκη». «Θα σου κόψω τα πόδια από την ρίζα αν ξαναπατήσεις το πόδι σου σε γήπεδο», μου είπε σε έξαλλη κατάσταση!
Πήγα να κάνω μπάνιο να χαλαρώσω με τη σκέψη πάντα ίδια. Ο,τι συνέβη, δεν ήταν κάτι σοβαρό, ένα ατύχημα ήταν και όλα καλά. Όμως αυτή την σκέψη την διέκοψε απότομα η αδελφή μου. «Αντώνη, το ραδιόφωνο λέει ότι υπάρχουν ήδη 2 νεκροί κι υπάρχουν φόβοι για περισσότερους, ενώ λένε ότι συγκεντρώνεται κόσμος στο Τζάνειο». Σοκ! Ανατρίχιασα, δεν μπορούσα ή καλύτερα δεν ήθελα να αποδεχθώ την σοβαρότητα της κατάστασης. Τηλεφωνήθηκα με την παρέα μου και έντρομοι πήγαμε στο Τζάνειο. Χαμός. Το απόλυτο χάος. Πάνω από 10.000 κόσμος έξω από το νοσοκομείο. Φωνές, κλάματα και ουρλιαχτά. Κατάρες για το κακό που συνέβη, ύβρεις για τον χαμό που επικρατούσε. Αλλοι να αναζητούν τρόπο να μπουν στο νοσοκομείο και να πάνε στα υπόγεια να δουν μη τυχόν και μεταξύ των νεκρών ήταν και οι δικοί τους άνθρωποι. Αλλοι να προσπαθούν να μάθουν τον αριθμό των νεκρών και των τραυματιών. Ολοι σε ένα τσουβάλι. Εικόνες που μέχρι τότε στην ηλικία των 19 χρόνων, μόνο σε κινηματογραφικές ταινίες είχα δει. Κάποια στιγμή έφθασαν και παίκτες του Ολυμπιακού από το γήπεδο. Αργά το βράδι πια, γύρισα αποκαμωμένος, θλιμμένος, σοκαρισμένος και απογοητευμένος, στο σπίτι. Εκεί που δέχθηκα την χαριστική βολή από τις ειδήσεις: Οι νεκροί είχαν φθάσει ήδη του 15…
Ούτε κουράγιο για δουλειά την επόμενη μέρα, ούτε σχολή, ούτε τίποτα. Μόνο διάβασμα εφημερίδων. Ένα ατελείωτο σοκ για όλα όσα είδαν τα μάτια μου, για αυτά που άκουσα στο γήπεδο και στο νοσοκομείο, για όλα! Όμως, το μεγαλύτερο σοκ και από εκείνο των 21 θυμάτων της θύρας 7, ήταν η δίκη που ακολούθησε πολλά χρόνια μετά και επί της ουσίας ουδείς τιμωρήθηκε! Λες και η μεγάλη σιδερένια πόρτα της «7»έκλεισε μόνη της, εγκλωβίζοντας στον θάνατο 21 παιδιά…
Του ΑΝΤΩΝΗ ΦΟΥΝΤΗ
Πηγή ➤

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου